Εισαγωγή
Βουτιά μέσα στον υπόνομο
Η βροχή είχε αρχίσει από τα χαράματα – ψιλή στην αρχή, έπειτα όλο και πιο επίμονη, ώσπου οι σταγόνες έγιναν βαριές σαν μικρά τύμπανα που χτυπούσαν το έδαφος. Τα ξύλινα περάσματα κάτω από τις σανίδες του παλιού παντοπωλείου έσταζαν από παντού, δημιουργώντας μικρά ρυάκια που έτρεχαν ανάμεσα στις ρωγμές, έσκαβαν λακκούβες, σχημάτιζαν προσωρινές λίμνες.
Και μέσα σε όλα αυτά, ο Λεοπόλδος ο ΙΓ’, ένα ποντίκι μικρό, μουντό-γκρι, με μάτια φωτεινά σαν μαύρες σταγόνες μελιού, πηδούσε από νερό σε νερό σαν να ήταν το πιο μεγάλο παιχνίδι του κόσμου.
– Πλαφ!
Μια πατούσα μέσα στη λακκούβα.
– Πλοπ!
Η άλλη σε μια μικρή τρύπα που είχε γεμίσει μέχρι πάνω.
Και κάθε φορά που έπεφτε μια σταγόνα από έναν έτοιμο να διαλυθεί σωλήνα, ο Λεοπόλδος την υποδεχόταν σαν να ήταν καλεσμένος σε χορό της βροχής.
Δεν φορούσε αδιάβροχο – έλεγε πως αυτά ήταν για τα μικρά ποντίκια. Κι ας ήταν ο ίδιος στην ηλικία που η μουσούδα του δεν ήταν παρά μαλακιά σαν βαμβάκι. Κι ας του έλεγε η μητέρα του:
– “Λεοπόλδε, στη βροχή η πατούσα ντυμένη και πάντα αδιάβροχο!”
Αλλά ο Λεοπόλδος ο ΙΓ’ ένιωθε πως η βροχή ήταν φίλη του. Ή τουλάχιστον… ιδανική για να πλατσουράς.
Έτρεχε λοιπόν ανάμεσα στις λακκούβες κάτω από το παλαιωμένο δάπεδο του παντοπωλείου, τραγουδώντας χαμηλόφωνα, με ένα αίσθημα ελευθερίας που του ζέσταινε το στήθος. Όλος ο κόσμος μύριζε υγρασία και μυστήριο. Οι τοίχοι έτριζαν σαν να κουβέντιαζαν. Τα νερά θρόιζαν σαν να ψιθύριζαν μυστικά.
Και ο Λεοπόλδος τα άκουγε όλα.
Μέχρι που άκουσε… κάτι άλλο.
Έναν ήχο παράτερο.
Έναν ήχο… βαθύ.
Σαν ανάσα που δεν ανήκε σε κανένα πλάσμα που ήξερε.
Ήταν το νερό μέσα από μια παλιά σχάρα αποχέτευσης, ένα τετράγωνο από σκουριασμένο μέταλλο που κανένα ποντίκι δεν πλησίαζε ποτέ. “Κακή τύχη”, έλεγαν. “Παγίδα”. “Το στόμα του κάτω κόσμου”.
Αλλά τα λόγια των άλλων ποντικιών είχαν το ίδιο αποτέλεσμα στον Λεοπόλδο:
τον έκαναν ακόμη πιο περίεργο.
Πλησίασε.
Το νερό έτρεχε γύρω από τα κάγκελα με θράσος, ψάχνοντας διέξοδο, ξεπλένοντας λάσπες, κομμάτια χαρτιού, φύλλα.
Έσκυψε.
Πιο κοντά.
Λίγο ακόμη…
Το μουστάκι του τρεμόπαιξε καθώς ο υγρός αέρας του υπονόμου ανέβηκε προς το μέρος του. Μύριζε μούχλα, σίδηρο, παλιά βροχή και… κάτι άλλο. Κάτι ανεξήγητο.
– “Μμμ…” έκανε ο Λεοπόλδος. “Τι να κρύβεται από κάτω;”
Έφερε το πρόσωπό του πολύ κοντά.
Πάρα πολύ κοντά.
Μια σταγόνα νερού έπεσε από ψηλά.
Άγγιξε την πλάτη του.
Εκείνος τινάχτηκε.
Και τότε συνέβη.
Το πίσω πόδι του γλίστρησε.
Η σανίδα κάτω από τα πόδια του ήταν πνιγμένη στο νερό.
Έκανε ένα τσουπ και έφυγε κάτω από τα μουστάκια του σαν να ήθελε επίτηδες να τον ξεγελάσει.
Ο Λεοπόλδος άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.
– “Ωχ”
Δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Γλίστρησε.
Κύλησε.
Το σώμα του χτύπησε στο μέταλλο της σχάρας.
Τα μικρά του χέρια προσπάθησαν να γραπωθούν από κάπου –
μια χαραμάδα, ένα καρφί, οτιδήποτε.
Μα δεν υπήρχε τίποτα.

Η βροχή έκανε το μέταλλο τόσο ολισθηρό που ήταν σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί σε καθρέφτη.
Και με μια ξαφνική, απελπισμένη αναπνοή…
ο Λεοπόλδος έπεσε μέσα στη μαύρη τρύπα του υπονόμου.
Η πτώση δεν ήταν μια απλή βουτιά.
Ήταν κατρακύλισμα.
Το σώμα του γύριζε γύρω γύρω, σαν φύλλο στον άνεμο. Το νερό τον έσπρωχνε, τον χτυπούσε από κάθε πλευρά με δύναμη. Η ανάσα του κόπηκε. Το φως από πάνω εξαφανίστηκε απότομα.
Και μετά…
σκοτάδι.
Μυρωδιές έντονες.
Ήχοι βουβοί.
Τοίχοι που περνούσαν γύρω του σαν φευγαλέα φαντάσματα.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, γρήγορα, άναρχα.
Μπαμ-μπαμ-μπαμ-μπαμ.
Ένα τελευταίο στροβίλισμα.
Ένα σπρώξιμο του νερού στο στήθος του.
Και-
ΠΑΦ!
Προσγειώθηκε με δύναμη πάνω σε κάτι μαλακό, υγρό, λασπώδες.
Πονεμένος.
Βρεγμένος μέχρι το κόκαλο.
Ζαλισμένος.
Και κυρίως: ολομόναχος.
Σήκωσε το κεφάλι του αργά.
Προσπάθησε να ανασάνει.
Το σκοτάδι γύρω του ήταν πυκνό.
Πιο πυκνό από οτιδήποτε είχε δει στη ζωή του.
Και κάπου μέσα σ’ αυτό…
κάτι κινήθηκε.

Οι Φωνές του Σκοταδιού
Ο Λεοπόλδος ΙΓ’ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος, ξαπλωμένος πάνω στο υγρό, παχύ στρώμα λάσπης που τον είχε υποδεχτεί σαν απρόθυμη αγκαλιά. Προσπάθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα, αλλά ο αέρας γύρω του είχε μια βαριά, βαλτώδη μυρωδιά – σαν παλιό νερό που είχε ξεχαστεί σε σκουριασμένη λεκάνη για μήνες.
Σπρώχτηκε αργά να σταθεί όρθιος.
Τα πόδια του έτρεμαν.
Το μουστάκι του ήταν κολλημένο πάνω στα μουσκεμένα αυτιά του.
Η πλάτη του πονούσε από την πτώση.
Κοντοστάθηκε… ήξερε πως δεν μπορούσε να μείνει εκεί.
Έκανε ένα βήμα.
Το πόδι του βούλιαξε. Πλαφ.
Έκανε δεύτερο. Ήχος από λάσπη που αναδεύεται.
Τρίτο. Η καρδιά του άρχισε να ξαναβρίσκει ρυθμό.
Τότε μπόρεσε για πρώτη φορά να δει – αμυδρά – τον χώρο γύρω του.
Δεν ήταν εντελώς σκοτάδι.
Όχι εντελώς τώρα.
Στις πλευρές του τούνελ, μικρές σταγόνες υγρασίας αντανακλούσαν ένα ασθενές φως, σαν μικρά καντηλάκια από υγρό ασήμι. Από πού ερχόταν το φως; Κανείς δεν θα μπορούσε να πει με σιγουριά. Μα έμοιαζε να αναδύεται από ραγίσματα στους τοίχους, από μικροσκοπικές ρίζες που έτρεμαν και έλαμπαν αχνά σαν πεθαμένα αστέρια.
Ο Λεοπόλδος άγγιξε μία με δισταγμό.
Ήταν ζεστή.
Λες και κάτι ζούσε μέσα της.
Ανατρίχιασε ολόκληρος.
Το τούνελ απλωνόταν μπροστά του – μακρύ, ανησυχητικά αθόρυβο, με ένα αδιόρατο ρεύμα αέρα που έφερνε μυρωδιές από χώμα, σκουριά και κάτι άλλο πιο παλιό, πιο πρωτόγονο. Κάπου μακριά ακούστηκε μια σταγόνα να πέφτει. Πλικ. Έπειτα άλλη μία. Πλικ… πλικ. Η ηχώ έκανε τον ήχο να μοιάζει με βήματα.
Ο Λεοπόλδος ένιωσε το τρίχωμά του να σηκώνεται.
– “Υπάρχει… κανείς;” ψιθύρισε.
Η φωνή του χτύπησε στους τοίχους, στριφογύρισε σαν άνεμος μέσα σε κουφάρι δέντρου… και χάθηκε.
Έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά.
Και τότε άκουσε το πρώτο σημάδι ότι… δεν ήταν μόνος.
Όχι βήματα.
Όχι αναπνοή.
Ούτε γρυλίσματα.
Ήταν ένα μεταλλικό γδάρσιμο.
Σαν χαρακιά πάνω σε πέτρα.
Σαν πολλές χαρακιές.
Ή μάλλον, σαν κάποιος να κρατσάνιζε πέτρες.
Ο Λεοπόλδος πάγωσε.
Τα μάτια του άρχισαν να συνηθίζουν στο σκοτάδι.
Κι εκεί, λίγο πιο μπροστά, είδε… κάτι να κινείται.
Μια σκιά.
Κοντή.
Χοντρή.
Με ένα παράξενο σχήμα κεφαλιού.
Τα βήματα δεν ακούγονταν καθαρά – περισσότερο σαν σύρσιμο.
Και από μέσα από το σώμα της σκιάς… δύο μικρά φώτα άναψαν.
Ή μήπως… μάτια;
Ο Λεοπόλδος ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει.
Τα φωτεινά μάτια πλησίασαν.
Αργά.
Αμείλικτα.
Σαν να διάβαζαν κάθε σκέψη φόβου που περνούσε από το μυαλό του.
Η σκιά έκανε ένα ακόμη βήμα.
Τώρα μπορούσε να δει καθαρότερα:
Ήταν ένα πλάσμα στρογγυλό, με παχύ γυαλιστερό τρίχωμα που έσταζε νερό. Το κεφάλι του ήταν μεγάλο, με ρουθούνια που ανοιγόκλειναν αργά μέσα στην υγρασία. Τα μάτια του, μικρά αλλά φωτεινά, έμοιαζαν σαν δύο αναμμένες στάλες φεγγαριού.
Και όταν άνοιξε το στόμα του, ο ήχος που βγήκε ήταν φανερά ξαφνιασμένος… και κάπως τσιριχτός.
– “…Ξξξξένος.”
Ο Λεοπόλδος ένιωσε τον κόσμο να συρρικνώνεται γύρω του.
Ήταν παγιδευμένος, μόνος, μέσα στον άγνωστο σκοτεινό λαβύρινθο.
Και τώρα… κάποιος στρογγυλός, μαλλιαρός, που κρατσανίζει πέτρες, τον είχε βρει.
Συνεχίζεται
Λεοπόλδος 13ος – Έλενα Μερρ.

Ο πλανήτης δεν κάνει τίποτα άλλο από το να μας στηρίζει και εμείς διαπράττουμε συνεχώς εγκλήματα κατά της φύσης.
— Δάφνη Ζουνίγκα

